«Μ’ εντυπωσιάζει η γοητεία των ανθρώπων, το συναίσθημα των ανθρώπων... Είναι πολλά μαζί που κάνουν έναν άνθρωπο, που κάνουν μία χημεία στις σχέσεις των ανθρώπων...» — Έλενα Ναθαναήλ
Υπάρχει κάτι σχεδόν αναχρονιστικό σ’ αυτή τη φράση. Και ίσως γι’ αυτό τόσο πολύτιμο.
Ζούμε σε μια εποχή που έχει μάθει να ρωτά διαρκώς τι προσφέρει ο άλλος. Τι διαθέτει, τι εξασφαλίζει, πόσο επιτυχημένος είναι, τι κοινωνικό ή οικονομικό βάρος φέρει μαζί του. Ακόμη και οι ανθρώπινες σχέσεις κινδυνεύουν κάποτε να αποκτήσουν τη γλώσσα μιας αθέατης συναλλαγής: αξιολογούμε, συγκρίνουμε, υπολογίζουμε· σαν να συντάσσουμε έναν μυστικό ισολογισμό κερδών και απωλειών.
Κι όμως, η γοητεία αντιστέκεται στον ισολογισμό.
Δεν είναι ακριβώς ομορφιά. Δεν είναι ευφυΐα, κοινωνική θέση, χρήμα ή επιτυχία. Μπορεί να περιέχει κάτι από όλα αυτά και συγχρόνως να μην ταυτίζεται με κανένα. Είναι ένας τρόπος να υπάρχει κάποιος μέσα στον κόσμο: η φωνή του, η σιωπή του, μια κίνηση των χεριών, ο τρόπος που κοιτάζει, μια ανεπαίσθητη μελαγχολία, η αμηχανία του, το χιούμορ του, ακόμη και οι ατέλειές του. Εκείνο το απροσδιόριστο «πολλά μαζί» για το οποίο μιλούσε η Έλενα Ναθαναήλ.
Και ύστερα υπάρχει η χημεία.
Η χημεία είναι ακόμη πιο ανυπάκουη στη λογική της χρησιμότητας, επειδή δεν αποτελεί ιδιότητα ενός ανθρώπου. Συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Κάποιος μπορεί να συγκεντρώνει όλα όσα θεωρούμε επιθυμητά και να μη μας προκαλεί τίποτε· κι ένας άλλος, χωρίς να ανταποκρίνεται στον κατάλογο των λογικών μας απαιτήσεων, να μεταβάλλει με την παρουσία του τη θερμοκρασία του κόσμου.
Ο Αριστοτέλης γνώριζε κάτι ουσιώδες που η εποχή της αποτελεσματικότητας συχνά λησμονεί: δεν είναι όλα τα υψηλά ανθρώπινα πράγματα μέσα προς κάποιο άλλο τέλος. Υπάρχουν ενέργειες που επιλέγονται δι’ εαυτές, επειδή το τέλος τους βρίσκεται μέσα στις ίδιες. Η ευδαιμονία δεν είναι εργαλείο για να αποκτήσουμε κάτι άλλο· είναι εκείνο προς το οποίο τείνουν τελικά οι επιμέρους επιδιώξεις μας. Και η θεωρητική ζωή αποκτά ιδιαίτερη αξία ακριβώς επειδή δεν υπηρετεί απλώς μια εξωτερική χρησιμότητα.
Ίσως κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα σπουδαιότερα πράγματα που μας δένουν με τους άλλους.
Τι «χρησιμεύει» ένα βλέμμα που θυμόμαστε έπειτα από είκοσι χρόνια; Τι παράγει μια συζήτηση που μας άλλαξε χωρίς ποτέ να το καταλάβουμε; Ποιο πρακτικό όφελος έχει η συγκίνηση, η έλξη, η τρυφερότητα, η αίσθηση ότι η παρουσία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου κάνει για λίγο τον κόσμο διαφορετικό;
Η ερώτηση είναι λανθασμένη.
Γιατί υπάρχουν πράγματα των οποίων η αξία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η χρησιμότητά τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιφρονούμε την ύλη, την ασφάλεια ή τις πρακτικές ανάγκες της ζωής. Η φτώχεια δεν εξευγενίζει από μόνη της κανέναν και η ανασφάλεια δεν είναι αρετή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η λογική του χρήσιμου διεκδικεί να γίνει το μοναδικό μέτρο του ανθρώπου. Όταν παύουμε να ρωτάμε «ποιος είναι;» και αρχίζουμε, ακόμη και ασυνείδητα, να ρωτάμε «τι μου προσφέρει;».
Τότε κάτι θεμελιώδες έχει ήδη χαθεί.
Γιατί οι άνθρωποι που σημάδεψαν τη ζωή μας σπάνια το έκαναν επειδή ήταν οι πιο «συμφέροντες». Το έκαναν επειδή διέθεταν εκείνη την ανεξήγητη περίσσεια παρουσίας που ονομάζουμε γοητεία. Επειδή ανάμεσα σε εκείνους και σ’ εμάς συνέβη κάτι που κανένα βιογραφικό, κανένας τραπεζικός λογαριασμός και κανένας κατάλογος προσόντων δεν θα μπορούσε να προβλέψει.
Μια χημεία.
Και ίσως η πραγματική πολυτέλεια μιας ανθρώπινης ζωής να είναι ακριβώς αυτή: να συναντήσεις ανθρώπους που δεν μπορείς να εξηγήσεις πλήρως γιατί τους θέλεις κοντά σου.
Μόνο ξέρεις ότι, όταν βρίσκονται εκεί, ο κόσμος έχει κάτι που πριν δεν είχε.