Υπάρχουν στιγμές που θα περίμενε κανείς από τον άνθρωπο να γίνει λίγο μεγαλύτερος από τον εαυτό του.
Ο θάνατος είναι μία από αυτές.
Όχι επειδή εξαγνίζει εκείνον που έφυγε. Οι νεκροί δεν γίνονται ξαφνικά καλύτεροι άνθρωποι. Παίρνουν μαζί τους τις ιδιοτροπίες τους, τα λάθη, τις δύσκολες πλευρές τους, όσα έδωσαν και όσα αρνήθηκαν. Ο θάνατος δεν διορθώνει μια ζωή.
Θα περίμενε κανείς όμως να διορθώνει, έστω για μία ώρα, τους ζωντανούς.
Να τους κάνει να αφήνουν έξω από την πόρτα εκείνα τα μικρά τεφτέρια όπου επί χρόνια καταγράφουν σχολαστικά ποιος είπε τι, ποιος τηλεφώνησε τελευταίος, ποιος έπρεπε να κάνει το πρώτο βήμα, ποιος χρωστά σε ποιον μια συγγνώμη, μια επίσκεψη, μια υποχώρηση.
Αλλά τα τεφτέρια αυτά αποδεικνύονται κάποτε ανθεκτικότερα από τους ανθρώπους.
Τους ανθρώπους τούς παίρνει ο χρόνος. Τα τεφτέρια μένουν.
Και συμβαίνει τότε κάτι σχεδόν παράλογο: μπροστά σε έναν νεκρό, που δεν διεκδικεί πια τίποτε, οι ζωντανοί εξακολουθούν να υπερασπίζονται με αξιοθαύμαστη επιμονή το μικρό τους δίκιο.
Ίσως αυτή να είναι η ανθρώπινη μικρότητα.
Όχι η κακία. Η κακία έχει κάποτε μέγεθος, σχέδιο, ακόμη και τραγικότητα. Η μικρότητα είναι φτωχότερη. Είναι η αδυναμία να καταλάβεις ότι έφτασε μια στιγμή κατά την οποία όλα όσα φύλαγες τόσα χρόνια μέσα σου έχασαν ξαφνικά τη σημασία τους.
Ένας άνθρωπος πέθανε.
Και μαζί του έκλεισε οριστικά η δυνατότητα μιας κουβέντας, μιας χειραψίας, ακόμη κι ενός τελευταίου βλέμματος.
Από εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει πια νίκη.
Υπάρχουν μόνο εκείνοι που στάθηκαν για λίγο απέναντι στο αμετάκλητο και κατάλαβαν το μέγεθός του.
Και εκείνοι που, ακόμη και μπροστά στον θάνατο, κατάφεραν να παραμείνουν μικρότεροι από τη σκιά τους.