Μπορεί να διαφωνήσει κανείς με μια ερμηνεία του Ομήρου. Μπορεί να προτείνει μια νέα σκηνική ή κινηματογραφική ανάγνωση. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει χωρίς κόστος είναι να απαιτήσει από τον Όμηρο να απολογηθεί ενώπιον των ιδεολογιών του 21ου αιώνα.
Κάθε εποχή κουβαλά τις δικές της αγωνίες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν παύει να συνομιλεί με τα μεγάλα έργα του παρελθόντος και επιχειρεί να τα ανακατασκευάσει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της. Τότε η ερμηνεία μετατρέπεται σε διαστρέβλωση· όχι επειδή τα κλασικά κείμενα είναι αμετάβλητα, αλλά επειδή παύουμε να τα ακούμε και αρχίζουμε να ακούμε μόνο τον εαυτό μας μέσα από αυτά.
Τα ομηρικά έπη δεν είναι απολιθώματα ενός μακρινού κόσμου. Είναι ποτάμια που εξακολουθούν να διασχίζουν τον χρόνο. Στις όχθες τους γεννήθηκαν οι πρώτες μεγάλες ερωτήσεις για την ανθρώπινη μοίρα, την ελευθερία, την ευθύνη, τη μνήμη, τη δόξα και την απώλεια. Από αυτά τα νερά ήπιαν η τραγωδία, η φιλοσοφία, η ιστορία, η πολιτική σκέψη και, μαζί τους, ένα μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Γι’ αυτό και ο Όμηρος δεν χρειάζεται να διορθωθεί. Δεν χρειάζεται να λειανθεί, ώστε να χωρέσει στις “βεβαιότητες” της εποχής μας. Χρειάζεται να διαβαστεί με τη δύσκολη αρετή της ιστορικής συνείδησης· με την ταπεινότητα εκείνου που γνωρίζει ότι ένας κόσμος τριών χιλιάδων ετών δεν είναι υποχρεωμένος να επιβεβαιώνει τις δικές μας αντιλήψεις.
Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο στη σύγχρονη στάση/τάση απέναντι στα κλασικά έργα. Τα ανακηρύσσει διαχρονικά, αλλά τους επιτρέπει να επιβιώσουν μόνο εφόσον πάψουν να είναι ο εαυτός τους. Σαν να ζητούσαμε από το Αιγαίο να αλλάξει την αλμύρα του για να γίνει πιο φιλικό στον σημερινό ταξιδιώτη…
Ο Όμηρος, όμως, στέκει ακόμη εκεί όπου στεκόταν πάντα. Δεν μιλά με τη γλώσσα της επικαιρότητας· μιλά με τη γλώσσα του ανθρώπου. Κι αυτή η γλώσσα είναι αρχαιότερη από κάθε ιδεολογία και νεότερη από κάθε εποχή.
Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μέτρο των μεγάλων έργων. Δεν αλλάζουν για να μας μοιάσουν. Μας καλούν να γίνουμε, έστω για λίγο, αρκετά μεγάλοι ώστε να τα συναντήσουμε εκεί όπου βρίσκονται. Εκεί όπου ο Οδυσσέας εξακολουθεί να ταξιδεύει, η Ελένη να βαραίνει τη μνήμη των ανθρώπων και ο Όμηρος, τυφλός μόνο στα μάτια, να βλέπει ακόμη πιο μακριά από όλους μας.