Δεν με ενοχλεί η ελευθερία της τέχνης. Αντιθέτως, την θεωρώ απαραβίαστη προϋπόθεση κάθε μεγάλης δημιουργίας.
Με ενοχλεί όμως όταν η ελευθερία αυτή μετατρέπεται σε σύνθημα, ενώ στην πράξη περιορίζεται από ιδεολογικές επιταγές.
Η συζήτηση γύρω από τη νέα «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν δεν αφορά απλώς μια επιλογή διανομής. Αφορά κάτι βαθύτερο: τη σχέση της σύγχρονης Δύσης με την ίδια την πολιτισμική της μνήμη.
Εδώ και δεκαετίες, οι κλασικές σπουδές υποχωρούν στα μεγάλα πανεπιστήμια, ενώ ταυτόχρονα τα θεμελιώδη κείμενα του ελληνικού πολιτισμού διαβάζονται ολοένα και περισσότερο μέσα από τα φίλτρα της πολιτικής της ταυτότητας, της μετααποικιακής θεωρίας και μιας συγκεκριμένης εκδοχής της φεμινιστικής κριτικής. Η συζήτηση που άνοιξε η θεωρία της «Μαύρης Αθηνάς» (1987) του Μάρτιν Μπερνάλ δεν είναι παρά ένας σταθμός αυτής της ευρύτερης μετατόπισης: από την προσπάθεια κατανόησης του αρχαίου κόσμου στην προσπάθεια ανακατασκευής του σύμφωνα με τις ιδεολογικές ανάγκες του παρόντος.
Οι υποστηρικτές της συμπερίληψης υποστηρίζουν ότι οι μεγάλοι μύθοι ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα και μπορούν να αποκτούν συνεχώς νέες μορφές. Διαφωνώ όχι με την αρχή της συμπερίληψης, αλλά με τη μορφή που συχνά λαμβάνει σήμερα.
Όταν η εκπροσώπηση μετατρέπεται σε υποχρεωτικό κριτήριο δημιουργίας, η τέχνη παύει να είναι πραγματικά ελεύθερη. Δεν επιλέγει· συμμορφώνεται. Και όταν ένας δημιουργός γνωρίζει εκ των προτέρων ποιες επιλογές θα θεωρηθούν αποδεκτές και ποιες δεν θα είναι “πολιτικά ορθές”, η λογοκρισία δεν χρειάζεται πλέον να επιβληθεί από κάποιο κράτος. Έχει ήδη εσωτερικευθεί.
Αυτό θεωρώ ότι είναι το μεγαλύτερο παράδοξο της εποχής μας. Στο όνομα της ελευθερίας περιορίζεται η ελευθερία. Στο όνομα της πολυφωνίας διαμορφώνεται μια νέα “κανονικότητα” στη μεταμοντέρνα “προκρούστεια κλίνη”, μέσα στην οποία ορισμένες καλλιτεχνικές επιλογές επιβραβεύονται και άλλες αποθαρρύνονται, όχι με αισθητικά αλλά με ιδεολογικά κριτήρια.
Δεν πιστεύω ότι η τέχνη οφείλει να υπηρετεί την ιστορική αναπαράσταση με σχολαστική ακρίβεια. Πιστεύω όμως ότι δεν οφείλει να υπηρετεί ούτε τις ιδεολογικές επιταγές ή τους διανοητικούς εκφυλισμούς της εκάστοτε εποχής.
Με αφορμή και αυτά, επιστρέφω στις «Τρωάδες» (1971) του Μιχάλη Κακογιάννη. Εκεί η Ειρήνη Παπά δεν χρειάστηκε να γίνει σύμβολο κάποιας σύγχρονης πολιτικής αφήγησης. Έγινε η Ελένη επειδή υπηρέτησε τον Ευριπίδη, όχι μια ιδεολογία συμμόρφωσης. Δίπλα στις Katharine Hepburn, Vanessa Redgrave και Geneviève Bujold, απέδειξε ότι η μεγάλη τέχνη δεν έχει ανάγκη από πιστοποιητικά ορθότητας.
Οι κλασικοί δεν επιβίωσαν επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια επειδή προσαρμόζονταν στις ιδεολογίες κάθε εποχής. Επιβίωσαν επειδή τις υπερέβαιναν. Και αυτό είναι ίσως το πρώτο μάθημα που οφείλουμε να θυμηθούμε, αν θέλουμε πραγματικά να τους κατανοήσουμε.