Σε προηγούμενο κείμενό μου αναφέρθηκα στο ιδεολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η εποχή μας προσεγγίζει και ανακατασκευάζει τα κλασικά έργα. Το ερώτημα, όμως, δεν εξαντλείται σε μια επιλογή διανομής ούτε στην εξωτερική εμφάνιση ενός προσώπου. Πηγαίνει βαθύτερα: ποια είναι η πνευματική φυσιογνωμία της ομηρικής Οδύσσειας και τι απομένει από αυτήν όταν το έπος μετατρέπεται σε σύγχρονο κινηματογραφικό προϊόν;
Η Οδύσσεια δεν είναι απλώς η ιστορία ενός ταξιδιού, μια ακολουθία παράδοξων περιπετειών ή μια αρχαία δεξαμενή ηρώων και τεράτων. Είναι το ποίημα μιας μεγάλης ανθρωπολογικής μεταβολής. Ο κόσμος της ηρωικής ισχύος υποχωρεί και στη θέση του αναδύεται ο άνθρωπος της εμπειρίας, της μνήμης, της καρτερίας και της αυτογνωσίας.
Ο Οδυσσέας δεν είναι ο ισχυρότερος από τους ομηρικούς ήρωες. Είναι εκείνος που μπορεί να αλλάζει χωρίς να χάνει τον πυρήνα του. Πολεμιστής, ναυαγός, ζητιάνος, αφηγητής, σύζυγος και βασιλιάς, περνά μέσα από πολλά προσωπεία, αλλά δεν λησμονεί το πρόσωπό του. Η πολυτροπία του δεν είναι απλώς πανουργία. Είναι νους, αυτοκυριαρχία, προσαρμογή και μέτρο. Είναι η ικανότητα να γνωρίζει πότε πρέπει να μιλήσει και πότε να σωπάσει, πότε να αποκαλυφθεί και πότε να κρυφτεί, πότε να δράσει και πότε να περιμένει.
Με αυτή την έννοια, η Οδύσσεια μετακινεί το κέντρο του ηρωισμού. Η ανδρεία δεν βρίσκεται πλέον μόνο στη σωματική δύναμη και στην ένδοξη αναμέτρηση με τον θάνατο. Βρίσκεται στην ικανότητα του ανθρώπου να υπομένει χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του.
Ο Αχιλλέας επιλέγει τον σύντομο βίο που θα του χαρίσει άφθαρτη δόξα. Ο Οδυσσέας αρνείται την αθανασία της Καλυψώς και επιλέγει τη θνητή ζωή του: την Ιθάκη, την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον γηραιό πατέρα του, το κρεβάτι που έχτισε γύρω από τη ρίζα μιας ελιάς.
Δεν επιλέγει το αιώνιο. Επιλέγει το συγκεκριμένο.
Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη πνευματική χειρονομία του έπους. Η αξία της ζωής δεν βρίσκεται στην απαλλαγή από τη φθορά, αλλά στους δεσμούς που η φθορά καθιστά πολύτιμους. Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας τόπος στον χάρτη. Είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος μπορεί να αναγνωριστεί και να αναγνωρίσει.
Γι’ αυτό η Οδύσσεια είναι γεμάτη σκηνές αναγνώρισης: ο Τηλέμαχος, ο Άργος, η Ευρύκλεια, ο Εύμαιος, η Πηνελόπη, ο Λαέρτης. Ο Οδυσσέας αναγνωρίζεται από μια ουλή, από ένα μυστικό, από μια κοινή μνήμη, από κάτι που αντιστάθηκε στον χρόνο. Για τον Όμηρο, η ταυτότητα δεν είναι αυτό που κάποιος δηλώνει ότι είναι. Είναι αυτό που επιβεβαιώνουν το σώμα, η μνήμη, η καταγωγή και οι δεσμοί του.
Το έπος οικοδομεί συγχρόνως μια ηθική του πολιτισμένου βίου. Η φιλοξενία, το μέτρο και ο σεβασμός προς τον ξένο και τον ικέτη χωρίζουν τον ανθρώπινο κόσμο από τη βαρβαρότητα. Ο Πολύφημος δεν είναι τέρας μόνο επειδή έχει ένα μάτι, αλλά επειδή δεν αναγνωρίζει νόμο, κοινότητα και ιερότητα του ξένου. Οι μνηστήρες δεν τιμωρούνται επειδή διεκδικούν απλώς την Πηνελόπη, αλλά επειδή λεηλατούν τον οίκο, παραβιάζουν τη φιλοξενία και καταλύουν το μέτρο.
Τέλος, η Οδύσσεια είναι ένα έπος για τη δύναμη της αφήγησης. Ο Οδυσσέας δεν επιβιώνει μόνο επειδή πράττει, αλλά και επειδή διηγείται. Μετατρέπει το πάθημα σε γνώση και την περιπλάνηση σε συνείδηση. Αφηγούμενος όσα έζησε, ανασυνθέτει τον εαυτό του από τα συντρίμμια του ταξιδιού.
Εδώ ακριβώς πρέπει να κριθεί και η κινηματογραφική Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν.
Η καλλιτεχνική ελευθερία τού επιτρέπει να αποκλίνει από τον Όμηρο. Δεν μας υποχρεώνει, όμως, να θεωρήσουμε κάθε απόκλιση δημιουργική κατάκτηση ούτε κάθε εκσυγχρονισμό βαθύτερη ερμηνεία. Η ελευθερία του δημιουργού δεν καταργεί την ελευθερία της κριτικής.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν η ταινία διατηρεί τα γνωστά επεισόδια, τα τέρατα, τις θάλασσες και την επιστροφή στην Ιθάκη. Μπορεί κανείς να διατηρήσει ολόκληρο το εξωτερικό περίγραμμα ενός έργου και να αντικαταστήσει τον πνευματικό κόσμο που το γέννησε.
Όταν η ομηρική πολυτροπία μεταφράζεται αποκλειστικά στη σύγχρονη ψυχολογία του τραύματος, ο Οδυσσέας παύει να είναι ο άνθρωπος του νου, του μέτρου και της αυτοκυριαρχίας και γίνεται το είδωλο που η εποχή μας αναγνωρίζει ευκολότερα. Όταν το μυθικό μετατρέπεται κυρίως σε σωματικό τρόμο και τεχνολογικά επιβλητικό θέαμα, οι θεοί και τα τέρατα δεν κατοικούν πλέον σε έναν ενιαίο, ιερό και αινιγματικό κόσμο· γίνονται υλικό κινηματογραφικής κατανάλωσης. Και όταν η ταυτότητα των ομηρικών προσώπων ανασχηματίζεται σύμφωνα με τις σημερινές πολιτικές της εκπροσώπησης, το αρχαίο έργο κινδυνεύει να πάψει να μας αντιστέκεται. Γίνεται ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο το παρόν θαυμάζει τον εαυτό του.
Δεν πρόκειται, επομένως, για αστυνόμευση της τέχνης ούτε για απαίτηση αρχαιολογικής αναπαράστασης. Πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα στη δημιουργική συνομιλία και στην ιδεολογική οικειοποίηση. Η πρώτη αφήνει το αρχαίο έργο να μας ξενίσει, να μας αμφισβητήσει και να διατηρήσει την απόστασή του. Η δεύτερη το ανακατασκευάζει μέχρι να πάψει να λέει οτιδήποτε δεν είναι ήδη αποδεκτό από το παρόν.
Ο Νόλαν μπορεί να οδηγήσει τον ήρωά του μέχρι την Ιθάκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οδηγεί και τον θεατή πίσω στον Όμηρο.
Ίσως, μάλιστα, αυτή να είναι η χαρακτηριστικότερη περιπέτεια των κλασικών έργων στην εποχή μας: επιστρέφουν διαρκώς στις οθόνες, ενώ ο πνευματικός κόσμος από τον οποίο προέρχονται μένει κάθε φορά λίγο πιο μακριά.