Από τι είμαστε φτιαγμένοι;
Η ερώτηση μοιάζει παιδική. Από εκείνες που μπορούν να ειπωθούν ένα βράδυ κοιτάζοντας τον ουρανό ή κρατώντας μια πέτρα στην παλάμη. Κι όμως, χρειάστηκαν περισσότεροι από δύο χιλιάδες χρόνια για να αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε πόσο δύσκολη είναι η απάντηση.
Τι είναι αυτό που κάνει την πέτρα σκληρή, το σώμα συμπαγές, το τραπέζι ακίνητο; Τι συγκρατεί τα πράγματα και τα εμποδίζει να διαλυθούν μέσα στο κενό; Είναι η ύλη των σωμάτων μας ίδια με την ύλη του Ήλιου και των άστρων; Και, τελικά, πόσο μπορούμε να εμπιστευτούμε αυτό που βλέπουμε, αγγίζουμε, θυμόμαστε ή επιθυμούμε;
Ίσως ολόκληρη η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης να μπορεί να διαβαστεί και ως μια αργή, επίπονη ιστορία απώλειας ψευδαισθήσεων. Όχι μόνο επειδή ο άνθρωπος ανακαλύπτει διαρκώς ότι έκανε λάθος, αλλά επειδή, κάθε φορά που πλησιάζει λίγο περισσότερο τα πράγματα, εκείνα απομακρύνονται από την εικόνα που είχε σχηματίσει γι’ αυτά.
Ο Δημόκριτος ήταν από τους πρώτους που τόλμησαν να δυσπιστήσουν απέναντι στο αυτονόητο. Πίσω από τα χρώματα, τις γεύσεις, τις οσμές, το θερμό και το ψυχρό φαντάστηκε μια πραγματικότητα αθέατη: άτομα και κενό. «Κατά σύμβαση» το γλυκό και το πικρό, το θερμό και το ψυχρό· στην πραγματικότητα, άτομα και κενό.
Δεν χρειάζεται να τον ανακηρύξουμε προφήτη της σύγχρονης φυσικής. Το άτομο του Δημόκριτου δεν είναι το άτομο της νεότερης επιστήμης και ακόμη λιγότερο ο κόσμος των κβαντικών πεδίων. Η τόλμη του βρίσκεται αλλού: στη ρωγμή που άνοιξε ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που είναι.
Ο Πλάτων θα κατοικήσει αυτή τη ρωγμή και θα την κάνει ολόκληρη φιλοσοφία. Το φαινόμενο δεν εξαντλεί πλέον το πραγματικό. Εκείνο που βλέπουμε μπορεί να είναι μόνο η σκιά μιας άλλης τάξης πραγμάτων. Από τότε μια υποψία συνοδεύει τον άνθρωπο: μήπως ο κόσμος που θεωρούμε πραγματικό είναι, τουλάχιστον εν μέρει, ο κόσμος όπως είμαστε ικανοί να τον αντιληφθούμε;
Αιώνες αργότερα ο Μπαλζάκ θα μεταφέρει το ίδιο δράμα από τον κόσμο της φύσης στον κόσμο των ανθρώπων.
Στις Χαμένες ψευδαισθήσεις ο Λυσιέν δεν εξαπατάται επειδή πιστεύει σε ευτελή πράγματα. Αυτό ακριβώς κάνει την πτώση του οδυνηρή. Πιστεύει στη λογοτεχνία, στην αξία, στην αναγνώριση, στη δόξα, στον έρωτα, στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να υπερβεί τη θέση που του δόθηκε και να ξαναγράψει τη ζωή του.
Ώσπου φτάνει στον κόσμο.
Και ο κόσμος δεν μοιάζει με την ιδέα που είχε γι’ αυτόν.
Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει εμπόρευμα. Η κριτική συναλλαγή. Η αναγνώριση μηχανισμός συμφερόντων. Οι λέξεις, που ο νέος ποιητής θεωρούσε σχεδόν ιερές, μπορούν να αγοραστούν, να πουληθούν, να χρησιμοποιηθούν. Ακόμη και το συναίσθημα μπορεί να εμπλακεί σε μια οικονομία φιλοδοξίας, επιθυμίας και εξουσίας.
Κάπως έτσι χάνονται οι ψευδαισθήσεις.
Αλλά εδώ αρχίζει η πραγματική δυσκολία.
Γιατί η απώλεια των ψευδαισθήσεων δεν είναι αναγκαστικά κατάκτηση της αλήθειας.
Ο νέος πιστεύει ότι η αξία κάποτε θα αναγνωριστεί. Ο απογοητευμένος ότι αξία δεν υπάρχει και ότι πίσω από τα πάντα κρύβεται ένα συμφέρον. Ο πρώτος εξιδανικεύει τον κόσμο. Ο δεύτερος εξιδανικεύει τον κυνισμό του.
Και οι δύο μπορεί να πλανώνται.
Ίσως λοιπόν η περιπέτεια του ανθρώπου να μην είναι μια ευθύγραμμη πορεία από την ψευδαίσθηση προς την πραγματικότητα. Ίσως να είναι μια ατέλειωτη μετάβαση από μια εικόνα της πραγματικότητας σε μια άλλη.
Εδώ, από έναν δρόμο εντελώς διαφορετικό, μας συναντά η σύγχρονη φυσική.
Στο Ύλη. Η υπέροχη ψευδαίσθηση, ο Guido Tonelli επιστρέφει στο αρχαιότερο σχεδόν ερώτημα: από τι είναι φτιαγμένα τα πράγματα;
Η απάντηση γίνεται όλο και πιο παράξενη όσο πλησιάζουμε προς το εσωτερικό τους.
Γιατί το τραπέζι μπροστά μας φαίνεται στερεό.
Η πέτρα ακίνητη.
Το σώμα συμπαγές.
Το κενό άδειο.
Η ύλη σταθερή, επίμονη, σχεδόν αιώνια.
Έτσι τουλάχιστον μας παραδίδεται ο κόσμος από τις αισθήσεις.
Κι όμως, όσο η σύγχρονη φυσική προχωρεί προς την εσώτερη σύσταση της ύλης, τόσο περισσότερο αυτή η καθησυχαστική εικόνα διαλύεται. Δεν βρίσκουμε απλώς μικρότερα και μικρότερα κομμάτια μιας συμπαγούς ουσίας, σαν να σπάζαμε αδιάκοπα μια πέτρα. Συναντούμε στοιχειώδη σωματίδια, πεδία, διεγέρσεις, αλληλεπιδράσεις, κβαντικές καταστάσεις. Ακόμη και το κενό, το οποίο η καθημερινή σκέψη ταυτίζει με το τίποτε, αποδεικνύεται μια πολύ πιο παράξενη κατάσταση.
Η ύλη δεν εξαφανίζεται.
Εξαφανίζεται η βεβαιότητά μας για το τι είναι ύλη.
Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη.
Το τραπέζι εξακολουθεί να υπάρχει. Μπορούμε να ακουμπήσουμε επάνω του, να αφήσουμε ένα ποτήρι, να γράψουμε ένα γράμμα, να χτυπήσουμε το χέρι μας στη γωνία του και να πονέσουμε. Η στερεότητά του δεν είναι ψέμα. Είναι πραγματική στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής, χωρίς όμως να αποτελεί την έσχατη περιγραφή της φύσης του.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, αρχίζει να μοιάζει με εκείνες τις εικόνες που αλλάζουν καθώς πλησιάζεις.
Από μακριά, σώμα.
Πιο κοντά, κύτταρο.
Ύστερα μόριο.
Άτομο.
Και βαθύτερα ένας κόσμος όπου οι παλιές μας λέξεις —«στερεό», «κενό», «σωματίδιο», ακόμη και «ύλη»— αρχίζουν να δυσκολεύονται να κρατήσουν μέσα τους αυτό που ανακαλύπτουμε.
Κάπου εδώ συναντώνται, παρά τις τεράστιες αποστάσεις που τους χωρίζουν, ο Δημόκριτος, ο Πλάτων, ο Μπαλζάκ, ο Freud και η σύγχρονη φυσική.
Ο Δημόκριτος ψιθυρίζει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα αισθανόμαστε.
Ο Πλάτων ότι το φαινόμενο δεν εξαντλεί το πραγματικό.
Ο Μπαλζάκ ότι η κοινωνία δεν είναι όπως την ονειρεύεται η επιθυμία μας.
Ο Freud θα προσθέσει μια ακόμη πιο ανησυχητική υποψία: ούτε εμείς είμαστε απολύτως αυτό που νομίζουμε πως είμαστε. Κάτω από τις λογικές εξηγήσεις που δίνουμε στον εαυτό μας κινούνται επιθυμίες, φόβοι, απωθήσεις, μνήμες και παλιές πληγές.
Και η σύγχρονη φυσική έρχεται να ολοκληρώσει —προσωρινά πάντοτε— αυτή τη μακρά ιστορία απομάγευσης: ούτε η ύλη είναι όπως επί χιλιετίες πιστεύαμε.
Σαν να υποχωρεί, αιώνα με τον αιώνα, το έδαφος κάτω από τα πόδια μας.
Και τότε γεννιέται ένα ερώτημα ίσως πιο δύσκολο από όλα τα προηγούμενα:
Πόσες ψευδαισθήσεις μπορεί να χάσει ένας άνθρωπος χωρίς να χάσει μαζί τους και τον κόσμο μέσα στον οποίο αξίζει να ζει;
Γιατί υπάρχει και η ψευδαίσθηση της απόλυτης απομάγευσης. Η υπεροψία ότι, αν αφαιρέσουμε από τα πράγματα όλες τις σημασίες που τους έδωσε ο άνθρωπος, θα βρούμε επιτέλους από κάτω την καθαρή, γυμνή πραγματικότητα.
Ας πάρουμε ένα τριαντάφυλλο.
Μπορούμε να αναλύσουμε τη χημική σύσταση του αρώματός του. Να περιγράψουμε τα κύτταρά του. Να μετρήσουμε τα μήκη κύματος του φωτός που ανακλούν τα πέταλά του και δημιουργούν στον εγκέφαλό μας την εμπειρία του κόκκινου. Μπορούμε να κατεβαίνουμε ολοένα βαθύτερα στην ύλη του.
Όλα όσα θα ανακαλύψουμε θα είναι αληθινά.
Κι όμως, όταν τελειώσουμε, το τριαντάφυλλο θα βρίσκεται ακόμη εκεί.
Και κάποιος θα το προσφέρει σε κάποιον άλλο.
Εκεί ακριβώς γεννιέται μια άλλη τάξη πραγματικότητας.
Γιατί το τριαντάφυλλο που προσφέρεται δεν είναι μόνο φυτικός οργανισμός. Έχει γίνει χειρονομία. Μνήμη. Επιθυμία. Συγγνώμη. Υπόσχεση. Έρωτας.
Καμία χημική ανάλυση δεν ακυρώνει αυτή την πραγματικότητα.
Όπως καμία νευροεπιστημονική περιγραφή της μνήμης δεν εξαντλεί τη φράση «θυμάμαι το σπίτι όπου μεγάλωσα». Το παιδικό δωμάτιο μπορεί να μην υπάρχει πια, οι άνθρωποι που το κατοικούσαν να έχουν χαθεί, τα αντικείμενα να έχουν διασκορπιστεί. Κι όμως, ένας άνθρωπος μπορεί να κλείσει τα μάτια και να δει ακόμη το φως να πέφτει με έναν ορισμένο τρόπο πάνω στο πάτωμα.
Ποια από τις δύο εικόνες είναι πραγματική;
Και η Αντιγόνη μπορεί να είναι μελάνι επάνω σε χαρτί ή ηλεκτρονικά δεδομένα αποθηκευμένα σε έναν υπολογιστή. Θα ήταν όμως παράλογο να ισχυριστούμε ότι, αναλύοντας τη χημεία του μελανιού ή τη φυσική κατάσταση του αποθηκευτικού μέσου, ανακαλύψαμε επιτέλους τι «πραγματικά» είναι η Αντιγόνη.
Το υπόστρωμα ενός πράγματος δεν είναι ολόκληρη η πραγματικότητά του.
Ίσως λοιπόν πρέπει να είμαστε προσεκτικότεροι με τη λέξη «ψευδαίσθηση».
Γιατί η ψευδαίσθηση δεν είναι πάντοτε απλώς ένα πέπλο που μας εμποδίζει να δούμε τον κόσμο. Μερικές φορές μπορεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος γίνεται ανθρώπινα ορατός — και κατοικήσιμος.
Το μάτι δεν βλέπει κβαντικά πεδία.
Βλέπει ένα τριαντάφυλλο.
Η μνήμη δεν βλέπει νευρωνικές συνάψεις.
Βλέπει ένα παιδικό δωμάτιο.
Ο άνθρωπος που στέκεται μπροστά σε ένα ερείπιο δεν βλέπει μόνο λίθους, κονίαμα και φθορά. Βλέπει χρόνο. Βλέπει ανθρώπους που περπάτησαν εκεί. Ακούει σχεδόν τα βήματά τους μέσα στην απουσία.
Και ο ερωτευμένος;
Ο ερωτευμένος είναι ίσως ο πιο ύποπτος μάρτυρας της πραγματικότητας.
Γιατί εξιδανικεύει.
Ανάμεσα σε χιλιάδες πρόσωπα ξεχωρίζει ένα. Μια κίνηση που για όλους τους άλλους είναι ασήμαντη αποκτά γι’ αυτόν σημασία. Μια φωνή γίνεται αναντικατάστατη. Ένα βλέμμα αποκτά βάθος. Μια μικρή ρυτίδα, μια ατέλεια, ένας τρόπος να γέρνει το κεφάλι, να γελά ή να σωπαίνει μπορούν να αποκτήσουν μια ομορφιά που κανένας ουδέτερος παρατηρητής δεν είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει.
Εύκολο να το ονομάσουμε ψευδαίσθηση.
Και κάποτε είναι.
Ο έρωτας μπορεί να προβάλει πάνω στον άλλον όσα λαχταρά να βρει. Μπορεί να επινοήσει αρετές, να σβήσει αντιφάσεις, να μετατρέψει την επιθυμία σε απόδειξη και την προσδοκία σε βεβαιότητα. Υπάρχει μια εξιδανίκευση που τυφλώνει.
Αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια.
Γιατί υπάρχει και μια άλλη εξιδανίκευση: εκείνη που δεν αρνείται την ατέλεια του αγαπημένου προσώπου, αλλά την περιλαμβάνει. Που γνωρίζει τις ρωγμές και εξακολουθεί να βλέπει ομορφιά. Που δεν λέει «είσαι τέλειος», αλλά κάτι πολύ δυσκολότερο: «γνωρίζω ότι δεν είσαι — κι όμως, ανάμεσα σε όλους, εσένα βλέπω».
Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο.
Ο έρωτας δεν ανακαλύπτει απλώς μια πραγματικότητα.
Τη δημιουργεί.
Όχι επειδή επινοεί από το μηδέν έναν ανύπαρκτο άνθρωπο, αλλά επειδή μέσα στη σχέση γεννιέται μια μοναδικότητα που πριν δεν υπήρχε. Το αγαπημένο πρόσωπο εξακολουθεί να είναι ένα σώμα φτιαγμένο από την ίδια ύλη των άστρων, ένα σώμα υποκείμενο στον χρόνο, στη φθορά, στην αλλαγή. Εξακολουθεί να έχει φόβους, αδυναμίες και αντιφάσεις.
Κι όμως, μέσα σε ένα συγκεκριμένο βλέμμα γίνεται αναντικατάστατο.
Δεν υπάρχει επιστημονικό όργανο που να μπορεί να μετρήσει αυτή τη μοναδικότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει.
Ίσως λοιπόν ωριμότητα να μην είναι η κατάσταση ενός ανθρώπου που δεν έχει πια ψευδαισθήσεις. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί απλώς να έχει χάσει, μαζί με τις πλάνες του, την ικανότητα να προσδοκά, να θυμάται, να δημιουργεί, να ερωτεύεται.
Ίσως ωριμότητα είναι κάτι δυσκολότερο: να μάθεις ποιες ψευδαισθήσεις πρέπει να συντρίψεις και ποιες να προστατεύσεις. Ποια εξιδανίκευση σε τυφλώνει και ποια σε βοηθά να δεις κάτι που το αδιάφορο βλέμμα δεν θα μπορούσε ποτέ να διακρίνει.
Από τον Δημόκριτο έως τον Tonelli, η γνώση μάς μαθαίνει να δυσπιστούμε απέναντι στο προφανές. Από τον Μπαλζάκ έως τον Freud, μαθαίνουμε να δυσπιστούμε απέναντι στις βεβαιότητες που κατασκευάζουμε για τον κόσμο και τον εαυτό μας.
Ίσως όμως η τελευταία σοφία βρίσκεται ένα βήμα πιο πέρα.
Να γνωρίζεις από τι αποτελείται το τριαντάφυλλο και να εξακολουθείς να μυρίζεις το τριαντάφυλλο.
Να γνωρίζεις ότι το ερείπιο είναι πέτρα και να εξακολουθείς να ακούς μέσα του τον χρόνο.
Να γνωρίζεις ότι το αγαπημένο πρόσωπο είναι ατελές και να εξακολουθείς να το βλέπεις όμορφο.
Να γνωρίζεις ακόμη ότι το βλέμμα σου το εξιδανικεύει και να μην αισθάνεσαι υποχρεωμένος να καταστρέψεις αυτή την εξιδανίκευση στο όνομα μιας δήθεν ανώτερης αλήθειας.
Γιατί ίσως η πιο υπέροχη ψευδαίσθηση δεν είναι εκείνη που μας κρύβει την πραγματικότητα.
Είναι εκείνη που μας επιτρέπει να την κοιτάξουμε κατάματα, να γνωρίζουμε τις ρωγμές της, τη φθορά και τα όριά της — και παρ’ όλα αυτά να βλέπουμε μέσα της κάτι περισσότερο.
Όπως όταν κοιτάζουμε το πρόσωπο που αγαπάμε.
Ξέρουμε ότι δεν είναι όπως το βλέπουμε.
Αλλά ίσως, για μια στιγμή, γίνεται ακριβώς αυτό που μόνο εμείς μπορούμε να δούμε.