Η Έλλη Λαμπέτη, το 1958, στο "Τελευταίο Ψέμα". Μπροστά της η Αθήνα· πίσω της η Ακρόπολη.
Η σύνθεση μοιάζει, με την πρώτη ματιά, να αντιπαραθέτει δύο μορφές ομορφιάς: το ζωντανό σώμα της γυναίκας και το αρχαίο σώμα του μνημείου. Εκείνη καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το πρώτο επίπεδο της εικόνας, ενώ ο Παρθενώνας έχει υποχωρήσει στο βάθος. Είναι μικρότερος, σκοτεινότερος, ήδη σημαδεμένος από τον χρόνο. Κι όμως, η αληθινή αναλογία είναι αντίστροφη. Η γυναίκα που δεσπόζει στη φωτογραφία είναι η εφήμερη παρουσία· το ερείπιο που μόλις διακρίνεται είναι εκείνο που θα παραμείνει.
Η Λαμπέτη δεν κοιτάζει την Ακρόπολη. Το βλέμμα της κατευθύνεται έξω από το κάδρο, προς κάτι που δεν μας αποκαλύπτεται. Ίσως αυτή η αποστροφή του βλέμματος να είναι το ουσιαστικότερο στοιχείο της φωτογραφίας. Ο νεώτερος άνθρωπος κατοικεί κάτω από τη σκιά ενός παρελθόντος που δεν μπορεί ούτε να επαναλάβει ούτε να εγκαταλείψει. Ζει μέσα στα κατάλοιπά του, επικαλείται τα ονόματά του, φωτογραφίζεται μπροστά στα μνημεία του· όλο και συχνότερα, όμως, κοιτάζει αλλού.
Δεν είναι βέβαιο ότι η παρουσία της Ακρόπολης πίσω μας αποδεικνύει τη συνέχειά μας με εκείνη. Μπορεί να φανερώνει ακριβώς την απόσταση. Η κληρονομιά δεν μεταδίδεται όπως ένα ακίνητο ή ένα οικογενειακό όνομα. Δεν αρκεί να γεννηθεί κανείς κοντά στα ερείπια για να γίνει φορέας του κόσμου που τα δημιούργησε. Κάθε πολιτιστική κληρονομιά παραμένει νεκρή, αν δεν μετατραπεί σε προσωπική ευθύνη, σε τρόπο σκέψης και μέτρο του βίου. Διαφορετικά, το μνημείο δεν αποτελεί απόδειξη μεγαλείου αλλά σιωπηλή σύγκριση.
Μέσα στη φωτογραφία συνυπάρχουν τρεις χρόνοι. Ο χρόνος της αρχαιότητας, που φθάνει ως εμάς μέσα από την πληγωμένη ύλη του Παρθενώνα· ο χρόνος του 1958, μιας Ελλάδας που αναζητούσε ακόμη τη μορφή της ανάμεσα στη φτώχεια, στη μεταπολεμική πληγή και στην επιθυμία του εκσυγχρονισμού· και ο δικός μας χρόνος, που κοιτάζει πλέον και τη Λαμπέτη και την εποχή της σαν κάτι μακρινό, σχεδόν τόσο άπιαστο όσο και η Αρχαιότητα.
Η γυναίκα και το μνημείο έχουν πια εξισωθεί μέσα στην απουσία. Δεν έχουμε άμεση πρόσβαση ούτε στον κόσμο που ύψωσε τον Παρθενώνα ούτε στη στιγμή κατά την οποία η Λαμπέτη στάθηκε απέναντι στον φωτογραφικό φακό. Έχουμε μόνο τις μορφές τους: το ερείπιο και την εικόνα. Δύο διαφορετικά ίχνη μιας ζωής που αποσύρθηκε.
Και ίσως εδώ να κρύβεται το τελευταίο ψέμα της διάρκειας: πιστεύουμε ότι κάτι διασώθηκε επειδή η μορφή του παραμένει ορατή. Όμως η πέτρα δεν σώζει από μόνη της τον κόσμο που την λάξευσε, όπως και μια φωτογραφία δεν διασώζει τη φωνή, την αφή, τον φόβο ή τη μοναξιά του προσώπου που απεικονίζει. Η μορφή επιβιώνει· η ζωή που την γέννησε έχει χαθεί.
Κι ωστόσο, αυτό το ψέμα δεν είναι εντελώς μάταιο. Είναι ίσως ένα από τα αναγκαία ψεύδη με τα οποία ο άνθρωπος αντιστέκεται στη φθορά. Χτίζει ναούς, γράφει βιβλία, κινηματογραφεί πρόσωπα, φυλάσσει φωτογραφίες, επειδή αρνείται να δεχθεί ότι όσα αγάπησε θα χαθούν χωρίς ίχνος. Δεν νικά τον χρόνο. Του αποσπά μόνο μια μορφή και την παραδίδει στους επόμενους.
Το μνημείο, επομένως, δεν είναι αθάνατο. Χρειάζεται κάθε φορά ένα ζωντανό βλέμμα για να το ανασύρει από την αδράνεια της πέτρας. Και η Λαμπέτη δεν παραμένει νέα επειδή νίκησε τον χρόνο, αλλά επειδή εμείς, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, δεχόμαστε για μια στιγμή να πιστέψουμε στη νεότητά της.
Ίσως αυτή να είναι η μόνη διάρκεια που μας παραχωρείται: όχι η ατελεύτητη επιβίωση, αλλά η δυνατότητα μιας μορφής να επιστρέφει στη συνείδηση κάποιου άλλου. Να προκαλεί ακόμη ένα βλέμμα, μια ερώτηση, μια εσωτερική ταραχή.
Το επικίνδυνο δεν είναι ότι τα μνημεία θα γίνουν κάποτε ερείπια. Ερείπια υπήρξαν ανέκαθεν. Το επικίνδυνο είναι να πάψουν να μας θέτουν ερωτήματα· να μεταβληθούν, ως "πολιτιστικά αγαθά", σε ωραίο φόντο μιας ζωής που δεν αισθάνεται πλέον το βάρος τους.
Γιατί ένας πολιτισμός δεν χάνεται μόνο όταν γκρεμίζονται οι ναοί του. Χάνεται όταν οι άνθρωποί του μπορούν να περνούν μπροστά τους χωρίς να νιώθουν ότι, από το βάθος της Ιστορίας, εκείνοι είναι που κρίνονται.