Το αυτοκίνητο είναι έτοιμο να κινηθεί. Το χέρι κρατά το τιμόνι, ο δρόμος ανοίγεται μπροστά, το ανοιχτό αμάξωμα υπόσχεται αέρα, ταχύτητα, φυγή. Κι όμως, τίποτε στο πρόσωπο της γυναίκας δεν βιάζεται.
Εκεί βρίσκεται η παράξενη δύναμη της φωτογραφίας: όλα γύρω της μιλούν για κίνηση, ενώ το πρόσωπό της παραμένει ακίνητο. Όχι άδειο· συγκρατημένο. Σαν να έχει προηγηθεί μια σκέψη που δεν γνωρίζουμε ή σαν να έχει ήδη ληφθεί μια απόφαση που δεν χρειάζεται πλέον λόγια.
Η Tania Mallet δεν κοιτάζει τον φακό με την αθωότητα κάποιου που αιφνιδιάστηκε. Γνωρίζει ότι την κοιτάζουν. Γνωρίζει ίσως και γιατί την κοιτάζουν. Αλλά δεν προσφέρει στον θεατή εκείνο που συνήθως ζητά από ένα ωραίο πρόσωπο: επιβεβαίωση, προσέγγιση, υπόσχεση. Το βλέμμα της δεν λέει «κοίταξέ με». Λέει μάλλον: «με βλέπεις, αλλά δεν με γνωρίζεις».
Αυτή η μικρή διαφορά χωρίζει την ομορφιά από τη γοητεία. Η ομορφιά είναι αυτό που φαίνεται· η γοητεία γεννιέται από αυτό που αποσύρεται τη στιγμή ακριβώς που πάμε να το συλλάβουμε. Τα χαρακτηριστικά της γυναίκας είναι καθαρά, φωτισμένα, σχεδόν γλυπτικά. Και όμως το πρόσωπό της παραμένει κλειστό. Όσο περισσότερο το παρατηρούμε, τόσο λιγότερο βέβαιοι είμαστε για όσα αισθάνεται.
Είναι αποφασισμένη ή φοβισμένη; Υπερήφανη ή πληγωμένη; Μας κοιτάζει με δυσπιστία ή με την ήρεμη περιφρόνηση κάποιου που δεν έχει ανάγκη την κρίση μας; Η φωτογραφία δεν απαντά. Και ακριβώς επειδή δεν απαντά, το πρόσωπο δεν εξαντλείται.
Γνωρίζουμε βέβαια όσα η ίδια δεν μπορεί ακόμη να γνωρίζει μέσα στη σκηνή. Στο Goldfinger, η Tilly Masterson κατευθύνεται προς την εκδίκηση για τον θάνατο της αδελφής της. Νομίζει ότι κρατά την πορεία στα χέρια της, αλλά εμείς γνωρίζουμε πως κατευθύνεται προς τον δικό της θάνατο. Το τιμόνι αποκτά έτσι μια σχεδόν τραγική ειρωνεία: ο άνθρωπος μπορεί να ελέγχει το όχημα, όχι όμως και την έκβαση της διαδρομής.
Ίσως κάθε πρόσωπο που φωτογραφίζεται να περιέχει αυτή την ειρωνεία. Η φωτογραφία αποσπά μια στιγμή από τη ροή του χρόνου και της προσφέρει την ψευδαίσθηση της διάρκειας. Η γυναίκα παραμένει νέα, ωραία, συγκεντρωμένη, με το χέρι στο τιμόνι. Δεν γερνά, δεν φτάνει ποτέ στον προορισμό της, δεν πεθαίνει. Αλλά εμείς που την κοιτάζουμε γνωρίζουμε όσα συνέβησαν μετά. Γνωρίζουμε την τύχη του ρόλου και το τέλος της ηθοποιού. Η δική μας γνώση βαραίνει επάνω στην άγνοια της στιγμής.
Το πρόσωπό της βρίσκεται λοιπόν ανάμεσα σε δύο χρόνους: στον χρόνο της φωτογραφίας, όπου όλα είναι ακόμη δυνατά, και στον δικό μας χρόνο, όπου όλα έχουν ήδη συμβεί. Εκείνη κοιτάζει προς εμάς από ένα αμετάκλητο παρελθόν· εμείς κοιτάζουμε προς εκείνη γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να την προειδοποιήσουμε για τίποτε.
Αλλά ίσως δεν χρειάζεται προειδοποίηση. Ίσως η σοβαρότητα του προσώπου της να υποδηλώνει μια βαθύτερη γνώση — όχι των γεγονότων, αλλά του ίδιου του νόμου της ζωής: ότι κάθε κίνηση προς τα εμπρός είναι συγχρόνως κίνηση προς το τέλος. Ο δρόμος μάς χαρίζει την αίσθηση της ελευθερίας, ενώ ο χρόνος μάς οδηγεί αθόρυβα προς έναν προορισμό που δεν επιλέξαμε.
Κι όμως, αυτό δεν ακυρώνει την αξία του χεριού πάνω στο τιμόνι. Το αντίθετο. Εφόσον δεν μπορούμε να ορίσουμε το τέλος, μας απομένει να ορίσουμε τη στάση με την οποία θα κινηθούμε προς αυτό. Η γυναίκα δεν γνωρίζει τι την περιμένει, αλλά δεν φαίνεται να ζητά προστασία. Δεν παραδίδεται ούτε στον δρόμο ούτε στο βλέμμα μας. Κατέχει τη στιγμή της — και ίσως αυτή να είναι η μόνη κυριαρχία που επιτρέπεται πραγματικά στον άνθρωπο.
Η ομορφιά της δεν είναι επομένως μια νίκη απέναντι στον χρόνο. Καμία ομορφιά δεν τον νικά. Είναι όμως ένας τρόπος να σταθεί κανείς μέσα στον χρόνο χωρίς να ταπεινωθεί από τη γνώση της φθοράς. Ένα πρόσωπο ήρεμο μπροστά στην ταχύτητα των πραγμάτων.
Γιατί τελικά δεν διαλέγουμε πάντοτε τον δρόμο ούτε γνωρίζουμε πού οδηγεί. Μπορούμε όμως, για όσο κρατά η διαδρομή, να μη χάσουμε το πρόσωπό μας.