Στη Θηλιά (Rope, 1948) του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ένα μπαούλο βρίσκεται στο κέντρο ενός κομψού διαμερίσματος. Μέσα του είναι κρυμμένο το σώμα ενός δολοφονημένου νέου· επάνω του σερβίρεται το δείπνο. Οι καλεσμένοι συζητούν, αστειεύονται και απολαμβάνουν την εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα, ενώ λίγα εκατοστά κάτω από τα ποτήρια και τα πιάτα τους βρίσκεται η βίαιη αλήθεια που αγνοούν.

Στη φωτογραφία από τα γυρίσματα, όμως, το παιχνίδι αντιστρέφεται. Μέσα στο μπαούλο δεν βρίσκεται το θύμα, αλλά ο ίδιος ο Χίτσκοκ. Γύρω του στέκονται οι Farley Granger, John Dall και James Stewart, οι άνθρωποι που ενσαρκώνουν τον κόσμο που εκείνος επινόησε. Το σχοινί, όργανο του εγκλήματος στην ταινία, κρέμεται τώρα σχεδόν παιγνιωδώς πάνω από τον σκηνοθέτη. Η εικόνα είναι εύθυμη· αλλά, όπως συμβαίνει συχνά στον Χίτσκοκ, το χιούμορ δεν ακυρώνει το σκοτάδι. Το κάνει περισσότερο ανησυχητικό.

Το μπαούλο στη Θηλιά δεν είναι απλώς μια κρυψώνα. Είναι τάφος, τραπέζι και σκηνή μαζί. Γύρω του οργανώνεται μια μικρή τελετουργία πολιτισμένης συνενοχής: καλοί τρόποι, ευφυείς συζητήσεις, κοινωνική άνεση — και στο κέντρο ένα πτώμα. Ο Χίτσκοκ μοιάζει να μας υπενθυμίζει ότι η βαρβαρότητα δεν εισβάλλει πάντοτε από κάποιον εξωτερικό, άξεστο κόσμο. Μπορεί να κατοικεί στο σαλόνι, να φορά κοστούμι, να μιλά με λεπτότητα και να επικαλείται υψηλές ιδέες. Το κακό δεν βρίσκεται αναγκαστικά απέναντι από τον πολιτισμό· κάποτε γεννιέται μέσα στην αλαζονεία του.

Η φωτογραφία, ωστόσο, υποβάλλει και κάτι βαθύτερο για την ίδια τη δημιουργία. Ο σκηνοθέτης έχει πάρει τη θέση του κρυμμένου νεκρού. Σαν να ομολογεί ότι ο δημιουργός δεν στέκεται ποτέ πραγματικά έξω από το έργο του. Κλείνεται μέσα του και παραχωρεί στους ήρωές του τους φόβους, τις εμμονές, τις επιθυμίες και τις ενοχές του. Εκείνοι κινούνται στο φως της σκηνής· εκείνος παραμένει αθέατος μέσα στην κατασκευή, παρών ακριβώς επειδή δεν φαίνεται.

Ίσως γι’ αυτό κάθε μεγάλο έργο κρύβει ένα μυστικό που δεν εξαντλείται στην υπόθεσή του. Δεν είναι μόνο το σώμα που οι ήρωες προσπαθούν να αποκρύψουν ούτε η ενοχή που αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθεί. Είναι και το κομμάτι του δημιουργού που θάφτηκε μέσα στην ιστορία, ώστε οι φανταστικοί άνθρωποί του να μπορέσουν να υπάρξουν.

Και όταν το έργο ολοκληρωθεί, συμβαίνει μια τελευταία αντιστροφή: οι χαρακτήρες επιβιώνουν, οι θεατές εξακολουθούν να ερμηνεύουν, αλλά ο δημιουργός αποσύρεται στο σκοτάδι από το οποίο τους γέννησε. Το έργο δεν του ανήκει πλέον ολοκληρωτικά. Έχει γίνει το δικό του μπαούλο — ένας κλειστός χώρος που διαφυλάσσει κάτι από εκείνον, χωρίς ποτέ να το αποκαλύπτει ολόκληρο.

Γιατί το βαθύτερο μυστικό μέσα σε ένα έργο δεν είναι πάντοτε εκείνο που ο δημιουργός αποφάσισε να κρύψει. Είναι κάποτε εκείνο που αποκάλυψε χωρίς να γνωρίζει ότι το είχε κρύψει μέσα του.