Κοιτάζω τη φωτογραφία του Χρυσοστόμου Σμύρνης και προσπαθώ να διακρίνω πίσω από τα διάσημα, την αρχιερατική ενδυμασία και την επισημότητα του πορτρέτου τον άνθρωπο που, λίγο αργότερα, θα βρισκόταν μπροστά σε μία απόφαση χωρίς επιστροφή.
Να φύγει ή να μείνει.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία που αποδίδεται στον Γάλλο πάστορα και βουλευτή Édouard Soulier, όταν έγινε γνωστό ότι η ζωή του Μητροπολίτη κινδύνευε, Γάλλοι ναύτες έφθασαν για να τον οδηγήσουν στο προξενείο. Του προσφέρθηκε μια έξοδος από τον τρόμο, ένα ασφαλές καταφύγιο την ώρα που η πόλη γύρω του κατέρρεε.
Ο Χρυσόστομος αρνήθηκε.
Είπε ότι καθήκον του ήταν να παραμείνει μαζί με το ποίμνιό του. Γνώριζε, ασφαλώς, ότι η πολιτική και εθνική του δράση τον είχε καταστήσει στόχο. Δεν μπορούσε να αγνοεί τι θα ακολουθούσε. Κι όμως έμεινε.
Εύκολα, από την ασφάλεια που μας χαρίζει η χρονική απόσταση, ονομάζουμε την απόφασή του ηρωική. Δυσκολότερα αναρωτιόμαστε τι ακριβώς σημαίνει να μένει ένας άνθρωπος όταν μπορεί ακόμη να φύγει. Είναι η παραμονή πάντοτε καθήκον; Πότε γίνεται θυσία και πότε αυτοκαταστροφή; Είχε ο Χρυσόστομος την ηθική δυνατότητα να σωθεί μόνος, όταν οι άνθρωποι στους οποίους όφειλε την ποιμαντική του ευθύνη δεν είχαν καμία έξοδο;
Ίσως το πραγματικό του μαρτύριο να άρχισε πριν από το πρώτο χτύπημα: τη στιγμή κατά την οποία αντίκρισε το καταφύγιο και κατάλαβε ότι, αν περνούσε την πόρτα του, θα επιβίωνε πλέον ως ο άνθρωπος που είχε φύγει.
Ύστερα ήλθαν η σύλληψη, η διαπόμπευση, ο βασανισμός και ο θάνατος. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε όλες τις λεπτομέρειες. Υπάρχει κάποτε στον τρόπο με τον οποίο περιγράφουμε τη φρίκη ένας κίνδυνος: να μετατρέψουμε το σώμα του θύματος σε θέαμα και να θεωρήσουμε ότι, επειδή απαριθμήσαμε όσα υπέστη, εκπληρώσαμε το χρέος της μνήμης.
Όμως η μνήμη δεν είναι κατάλογος ακρωτηριασμών. Είναι προσπάθεια να διασώσουμε το πρόσωπο που υπήρχε πριν από την καταστροφή του σώματος.
Και ίσως γι’ αυτό η φωτογραφία είναι τόσο οδυνηρή. Μπροστά μας βρίσκεται ακόμη ο ακέραιος άνθρωπος. Το βλέμμα, η γενειάδα, τα παράσημα, η ποιμαντορική υπόσταση. Εμείς, όμως, γνωρίζουμε ήδη όσα εκείνος στη στιγμή της φωτογραφίας δεν γνωρίζει. Βλέπουμε συγχρόνως το πρόσωπο και την επερχόμενη απουσία του.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη εικόνα μέσα στην αφήγηση: οι Γάλλοι ναύτες, πάνοπλοι, αγανακτισμένοι, να παρακολουθούν. Ο αξιωματικός τους, δεσμευμένος από τις διαταγές που είχε λάβει, τους απειλεί ότι θα πυροβολήσει εναντίον τους αν επιχειρήσουν να επέμβουν.
Εδώ το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό. Ένοχος είναι μόνο εκείνος που βασανίζει ή και εκείνος που διαθέτει τη δύναμη να εμποδίσει το έγκλημα και δεν την ασκεί; Πότε η υπακοή παύει να αποτελεί καθήκον και μετατρέπεται σε συνενοχή; Τι αξία έχουν τα όπλα, οι στολές και οι σημαίες των ισχυρών κρατών όταν χρησιμοποιούνται για να περιφρουρήσουν όχι τον αθώο, αλλά την αδράνεια απέναντι στη σφαγή του;
Η ιστορία του Χρυσοστόμου δεν είναι, επομένως, μόνο η ιστορία ενός μάρτυρα και των δημίων του. Είναι και η ιστορία των θεατών: εκείνων που είδαν, αγανάκτησαν, αλλά υπάκουσαν. Εκείνων που επέζησαν για να αφηγηθούν όσα δεν εμπόδισαν.
Θα ήταν εύκολο να σταθώ απέναντι σε αυτή την εικόνα και να πιστέψω ότι γνωρίζω τι θα έκανα. Ότι θα αρνιόμουν κι εγώ το καταφύγιο. Ότι, αν ήμουν ένας από τους ναύτες, θα αψηφούσα τη διαταγή και θα επενέβαινα.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν γνωρίζω αν θα έμενα, αν θα έφευγα, αν θα αντιστεκόμουν ή αν θα αναζητούσα αργότερα λέξεις για να εξηγήσω την αδράνειά μου. Και ίσως η έντιμη προσέγγιση της Ιστορίας να αρχίζει ακριβώς από αυτή την ομολογία. Όχι από τη βεβαιότητα ότι εμείς θα στεκόμασταν στο ύψος της, αλλά από τον φόβο ότι ενδέχεται να αποδεικνυόμασταν μικρότεροι από τη στιγμή που θα μας καλούσε να αποφασίσουμε.
Ο Χρυσόστομος έμεινε. Δεν γνωρίζουμε αν δεν φοβήθηκε· η καρτερικότητα δεν είναι απουσία φόβου. Είναι η απόφαση να μη μεταβάλει ο φόβος εκείνο που αναγνωρίζουμε ως χρέος. Όταν του αφαιρέθηκαν η προστασία, το αξίωμα και κάθε εξωτερικό γνώρισμα ισχύος, απέμεινε ένα ανυπεράσπιστο ανθρώπινο σώμα. Και μέσα σε αυτό, η τελευταία ελευθερία: η επιλογή που είχε ήδη κάνει.
Γι’ αυτό η μνήμη του δεν χρειάζεται κραυγές ούτε μίσος. Χρειάζεται τη σιωπηλή δυσκολία των ερωτημάτων της.
Τι κάνουμε όταν η σωτηρία ανοίγει την πόρτα μόνο για εμάς;
Τι κάνουμε όταν μπροστά μας βασανίζεται ένας άνθρωπος και η διαταγή απαιτεί να παραμείνουμε θεατές;
Και ποια λέξη θα μας περιγράψει, όταν έρθει η στιγμή της δικής μας επιλογής;
Εκείνος απάντησε με μία μόνο λέξη:
"Παραμένω"