Στον Όμηρο ο Οδυσσέας δεν ξεχνάει ποτέ. Καμία στιγμή της πορείας του…
Στον Νόλαν πρέπει να μάθει ξανά ποιος είναι. Αυτή ασφαλώς δεν είναι μια ασήμαντη διαφορά.
Στην ομηρική Οδύσσεια, η Καλυψώ του προσφέρει ένα σώμα που δεν θα γνωρίσει χώμα (θάνατο). Ημέρες χωρίς τελευταία ημέρα. Εκείνος κοιτάζει τη θάλασσα. Δεν βλέπει δρόμο ανοιχτό. Βλέπει βάθος, ανέμους που αλλάζουν γνώμη, τα λεπτά ξύλα μιας σχεδίας. Γιατί μακριά, σε ένα νησί φτωχό σε θαύματα, κάποιος θυμάται ακόμη το όνομά του. Μια γυναίκα φυλάει το μυστικό ενός δέντρου. Ένα παιδί μεγάλωσε χωρίς τη φωνή του. Ένας γέροντας σκύβει πάνω στα κλήματα. Ένας σκύλος περιμένει ανάμεσα στην κοπριά.
Τίποτε από αυτά δεν είναι αιώνιο. Γι’ αυτό είναι δικά του. Στον Όμηρο, η Καλυψώ μπορεί να κρατήσει το σώμα του Οδυσσέα, όχι τη μνήμη του. Επτά χρόνια στην Ωγυγία δεν σβήνουν την Ιθάκη. Κάθεται στην ακτή και τα μάτια του δεν στεγνώνουν. Η αθανασία που του προσφέρεται δεν είναι λύτρωση. Είναι ένας κόσμος όπου τίποτε δεν πεθαίνει, επειδή τίποτε δεν μπορεί πια να επιστρέψει.
Ο λωτός είναι άλλη ιστορία. Τον τρώνε οι σύντροφοί του και λησμονούν τον νόστο. Δεν θέλουν να γυρίσουν. Θέλουν να μείνουν εκεί, στη γλυκιά ακινησία της λήθης. Ο Οδυσσέας δεν δοκιμάζει τον καρπό. Τους δένει με τη βία στα πλοία και φεύγει. Στον Όμηρο, ο ηγέτης είναι εκείνος που θυμάται όταν οι άλλοι ξεχνούν. Η μνήμη δεν είναι ψυχική λειτουργία. Είναι ευθύνη.
Ο Νόλαν συγχωνεύει τα δύο επεισόδια. Η Καλυψώ του δίνει τον λωτό για να απαλύνει το τραύμα του πολέμου. Ο Οδυσσέας παραδίδεται στη λήθη. Χάνει τους συντρόφους, την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον ίδιο του τον εαυτό. Και μετά, η ίδια γυναίκα που του πήρε τη μνήμη, τον βοηθάει να τη ξαναβρεί.
Είναι κινηματογραφικά ευφυές. Δεν είναι ουδέτερο.
Ο ομηρικός Οδυσσέας αντιστέκεται στη λήθη. Ο Οδυσσέας του Νόλαν χρειάζεται να θεραπευτεί από αυτήν. Ο πρώτος διασώζει τους άλλους επειδή θυμάται. Ο δεύτερος εξαρτάται από την Καλυψώ για να θυμηθεί. Στον Όμηρο η μνήμη είναι το τελευταίο άπαρτο έδαφος της ελευθερίας του. Στον Νόλαν γίνεται μια τραυματισμένη περιοχή που κάποιος άλλος μπορεί να σβήσει και να επανεγγράψει.
Έτσι αλλάζει και η Καλυψώ. Από θεά της απόκρυψης, γίνεται δεσμοφύλακας, θεραπεύτρια και αφηγήτρια της ζωής του. Δεν του στερεί μόνο την επιστροφή. Αποκτά εξουσία πάνω στην ίδια την επιθυμία της επιστροφής.
Και εδώ είναι το κρίσιμο: Στον Όμηρο ο νόστος αρχίζει επειδή δεν έπαψε ποτέ να θυμάται. Στον Νόλαν αρχίζει όταν κάποιος άλλος τον βοηθά να θυμηθεί ότι θέλει να επιστρέψει. Η Ιθάκη παύει να είναι εσωτερική κατεύθυνση και γίνεται ανάμνηση που πρέπει να ανακτηθεί θεραπευτικά.
Δεν είναι αλλαγή επεισοδίου. Είναι αλλαγή εικόνας του ανθρώπου. Ο πρώτος επιστρέφει επειδή θυμάται ποιος είναι. Ο δεύτερος πρέπει πρώτα να θυμηθεί για να μπορέσει να επιστρέψει. Όταν τελικά κόβει τους κορμούς και δένει τη σχεδία, η πράξη μοιάζει ίδια. Το νόημά της έχει αλλάξει.
Στον Όμηρο αρνείται την αθανασία για τη θνητή ζωή που δεν λησμόνησε ποτέ. Στον Νόλαν εγκαταλείπει τη νάρκωση για να αντιμετωπίσει ένα παρελθόν που δεν άντεχε. Και οι δύο μπαίνουν στη θάλασσα γεμάτη θεούς και θάνατο. Μόνο που ο ένας μπαίνει για να φτάσει εκεί όπου θα αναγνωριστεί. Ο άλλος για να ανακαλύψει αν, ύστερα από τη λήθη, παραμένει κάποιος που μπορεί να αναγνωριστεί.
Και αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που φυλάει τη μνήμη του ως τελευταίο οίκο, και στον άνθρωπο που παραδίδει το κλειδί του οίκου του σε κάποιον άλλον.
Τι είναι πιο ομηρικό; Να θυμάσαι μέσα από τον πόνο, ή να πρέπει κάποιος άλλος να σου θυμίσει ποιος είσαι;
Ο πίνακας απεικονίζει τον Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς και φιλοτεχνήθηκε από τον Δανό ζωγράφο Ditlev Blunck το 1830.